Υπάρχουν στιγμές που το σκοτάδι των
προβλημάτων γύρω μας φαίνεται βαρύ, όμως πάντα υπάρχει μια χαραμάδα φως που μας
δείχνει τον δρόμο.
Το παραμύθι της μικρής Ανατολής γεννήθηκε μέσα
από την ανάγκη να μιλήσω στα παιδιά —αλλά και στον εαυτό μου— για τη δύναμη
της αγάπης, το θάρρος απέναντι στον φόβο και την ελπίδα που δεν σβήνει ποτέ,
όσο κι αν φυσάει ο άνεμος. Επιπρόσθετα και για τα κακά του πολέμου.
Μια ιστορία για μικρούς και μεγάλους, συνοδευόμενη από δημιουργικές δραστηριότητες, για να θυμόμαστε πως κάθε αυγή φέρνει μαζί της μια νέα αρχή. Ας ακολουθήσουμε τα βήματα της Ανατολής..
Η ελπίδα της
Ανατολής που δεν έσβησε
Ένα παραμύθι
για την Ειρήνη και τον πόλεμο, για τον φόβο και το θάρρος.
Σε μια χώρα μακρινή, μια φορά κι έναν καιρό, ζούσαν οι Αργοπόδαροι, μια οικογένεια σκαντζόχοιρων. Το μικρότερο μέλος της ήταν η Ανατολή, μια μικρή, γλυκιά και υπεύθυνη σκατζοχοιρίτσα.
Το επίθετό τους το είχαν πάρει από τον προπάππου της, τον Αριστείδη. Ήταν αργός, αλλά σοφός· ποτέ δεν έκανε τίποτα χωρίς να το σκεφτεί καλά και να το ζυγίσει. Ήταν ένας αξιοσέβαστος συντοπίτης για όλη την κοινωνία των σκαντζόχοιρων.
Τον καιρό του τρύγου, τότε που ο ήλιος έλαμπε δυνατός ψηλά στον ουρανό, οι Αργοπόδαροι που είχαν τη φωλιά τους βαθιά μέσα στη γη κάτω από ένα θεόρατο πλατάνι, περνούσαν όλη τη μέρα τους εκεί. Αργά το βράδυ έβγαιναν για να συλλέξουν την τροφή τους, μερικές ρόγες σταφύλια, βατόμουρα και αν ήταν τυχεροί κανένα μήλο. Η φωλιά τους βρισκόταν λίγο μετά τα πέτρινα τείχη του Βασιλείου του Ψέματος και πριν από το μεγάλο χαντάκι που το χώριζε από το βασίλειο του χάους. Ζούσαν όλοι μαζί ευτυχισμένοι, με αγάπη, σεβασμό, ενσυναίσθηση και ειλικρίνεια – αξίες αντίθετες με ό,τι επικρατούσε στο υπόλοιπο βασίλειο της ψεύτικης ευτυχίας και του ψέματος .
— «Να συμπονάτε και να βοηθάτε τους αδύνατους. Να μη φοβάστε να λέτε τα προβλήματά σας. Τα υλικά αγαθά δεν έχουν αξία, μόνο τα ψυχικά χαρίσματα.»
Μια νύχτα, όμως, ήρθε το μεγάλο κακό, ο Πόλεμος.
Ένας αλαζόνας βασιλιάς θέλησε να καταλάβει το Βασίλειο του Ψέματος και άρχισε ο μεγάλος πόλεμος, ο τρόμος κυρίεψε την οικογένεια. Εκείνο το βράδυ, ο πατέρας σκαντζόχοιρος έβγαλε τη μουσουδίτσα του από τις ρίζες του πλατανιού. Μύρισε τη φωτιά, άκουσε τους πυροβολισμούς και είδε ανθρώπους να αγωνίζονται για την ελευθερία τους. Το πάτωμα και το ταβάνι της φωλιάς έτριζαν.
Ο πατέρας, ανήσυχος, τους διέταξε να μείνουν μέσα. — «Πρέπει να μετρήσουμε τις προμήθειές μας», είπε. Η Ανατολή και ο Θαλής κατέγραψαν τα τρόφιμα της αποθήκης: έφταναν για μια εβδομάδα. Η Πηνελόπη μαζί με τη μητέρα ταχτοποίησαν την κουζίνα και κατέγραψαν τα εκεί τρόφιμα. Ο πατέρας έβγαλε πρόγραμμα, θα τρώνε όσο λιγότερο γίνεται και το φαγητό θα μοιράζεται κάθε μέρα.
«Τις επόμενες μέρες δε θα μπορούμε να βγούμε, πρέπει να αντέξουμε την πείνα».
Οι μέρες περνούσαν και έξω γινόταν χαλασμός. Τα τρόφιμα τελείωναν και τα όμορφα όνειρα των μικρών σκαντζόχοιρων έγιναν εφιάλτες. Την έκτη μέρα η Ανατολή, πεινασμένη και φοβισμένη, πήγε κρυφά στην αποθήκη και έφαγε τα τελευταία βατόμουρα. Στενοχωρήθηκε πολύ· ήξερε πως αυτό δεν ήταν σύμφωνο με τις αρχές του σπιτιού και της οικογένειάς της. Μετανιωμένη ζήτησε συγνώμη
Την έβδομη μέρα ο πατέρας αρρώστησε, η μητέρα του έδινε και τις τελευταίες προμήθειες για να γίνει καλά. Τότε, η Ανατολή πήρε μια μεγάλη απόφαση: θα έβγαινε έξω μόνη της να βρει τροφή. Κράτησε στο μυαλό της την εικόνα της ενωμένης τους οικογένειας και, αφού βεβαιώθηκε ότι όλοι κοιμούνται, ξεκίνησε για το ταξίδι στο Χάος.
Με το που βγήκε, το πορφυρό χρώμα του δειλινού και η μυρωδιά του καμένου την τρόμαξαν, αλλά δεν λύγισε. Είχε μια αποστολή. Σιγά-σιγά πέρασε τον δρόμο, αποφεύγοντας τις εκρήξεις και τους πυκνούς καπνούς. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, αλλά έφτασε στο χαντάκι με τα βάτα.
Καθώς γέμιζε το καλάθι της με βατόμουρα, η γη άρχισε να σείεται. Ο Δράκος του Πολέμου πλησίαζε. Ο φόβος την παρέλυσε, αλλά σκέφτηκε: «Αν αφήσω το καλάθι και τρέξω, η οικογένειά μου θα χαθεί». Με το καλάθι σφιχτά στο χέρι, άρχισε να τρέχει προς τη φωλιά. Ένιωθε την ανάσα του δράκου και τις φωτιές πίσω της, αλλά δεν κοίταξε ούτε μια φορά..
Καθώς έφτανε στη φωλιά την ώρα που χάραζε η αυγή, είδε κάτι να τρεμοπαίζει χαμηλά στο χορτάρι. Ήταν ένα μικρό αστεράκι που είχε πέσει από τον ουρανό, θαμπό και τρομαγμένο από τον θόρυβο του πολέμου.
Η Ανατολή το πλησίασε σιγά-σιγά.
— «Μη φοβάσαι», του ψιθύρισε.
«Κι εγώ φοβήθηκα, αλλά κοίτα... τα κατάφερα».
Του πρόσφερε ένα βατόμουρο και του χάρισε ένα ζεστό χαμόγελο. Μόλις το αστεράκι ένιωσε την καλοσύνη της, η λάμψη του επέστρεψε διπλάσια!
— «Σε ευχαριστώ, μικρή Ανατολή», είπε το αστεράκι.
«Τώρα ξέρω πως όσο υπάρχει νοιάξιμο στη γη, το φως δεν θα σβήσει ποτέ».
Το αστεράκι ανέβηκε ψηλά και στάθηκε πάνω από το πλατάνι τους, φωτίζοντας τον δρόμο για τη μητέρα της Ανατολής που την περίμενε με δάκρυα χαράς.
Ο πόλεμος σύντομα τελείωσε και εκείνος ο χειμώνας ήταν ο πιο ζεστός και φωτεινός που έζησαν ποτέ κι έζησαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα.
Μετά το παραμύθι μπορείτε να κάνετε ένα κρυπτόλεξο
Να ζωγραφίσετε τις Χρωμοσελίδες
©Katerina
The Hope of the East That Never Faded
A fairy tale about Peace and War, about Fear and Courage
A story for both young and old, accompanied by creative activities, to remind us that every dawn brings a new beginning. Let’s follow in Anatoli’s footsteps..
In a faraway land, once upon a time, there lived the
Slowfoots, a family of hedgehogs. The youngest member of the family was East, a
small, sweet, and responsible little hedgehog.
Their home lay just beyond the stone walls of the Kingdom
of Lies and before the great ditch that separated it from the Kingdom of Chaos.
There, they lived happily together, with love, respect, empathy, and
honesty—values completely opposite to those ruling the rest of the kingdom of
false happiness and deceit.
But one night, great evil arrived: War.
An arrogant king sought to conquer the Kingdom of Lies,
and thus the great war began. Terror seized the family. That night, the father
hedgehog cautiously poked his snout out from the roots of the plane tree. He
smelled fire, heard gunshots, and saw humans fighting for their freedom. The
floor and ceiling of the burrow.
The floor and ceiling of the burrow trembled and creaked.
East and Thales carefully recorded the food stored in the
pantry—it would last for only one week. Penelope and their mother organized the
kitchen and noted what little food remained there. The father made a strict
plan: they would eat as little as possible, sharing the food evenly each day.
— “We will not be able to go outside in the coming
days. We must endure the hunger,” he warned.
The days passed, and outside the world was in chaos.
Supplies ran low, and the beautiful dreams of the young hedgehogs turned into
nightmares.
On the sixth day, hungry and frightened, East secretly
went to the pantry and ate the last of the blackberries. She felt deeply
ashamed; she knew this went against the values of her home and family. Full of
regret, she asked for forgiveness.
On the seventh day, the father fell ill. The mother gave
him the very last of their provisions in hopes of helping him recover. That was
when East made a great decision: she would go out alone to find food.
Holding the image of her united family tightly in her
heart, and making sure everyone was asleep, she quietly set off on her journey
into Chaos.
As soon as she emerged, the crimson color of the sunset
and the smell of burning filled her with fear—but she did not give up. She had
a mission. Slowly, she crossed the road, avoiding explosions and thick smoke.
Her heart pounded wildly, but she reached the ditch filled with thorny bushes.
Clutching the basket tightly, she ran back toward the
burrow. She could feel the dragon’s breath and the flames behind her, yet she
did not look back even once.
As dawn broke and she neared the burrow, she noticed
something flickering softly in the grass. It was a small star that had fallen
from the sky—dim and frightened by the noise of war.
She offered the star a blackberry and gave it a warm
smile. The moment the little star felt her kindness, its light returned—twice
as bright.
The star rose high into the sky and came to rest above
the plane tree, lighting the path for East’s mother, who was waiting with tears
of joy.
The war soon ended, and that winter became the warmest
and brightest they had ever lived.
· Enjoy a word search puzzle after the story.
· Have fun with our coloring pages.











