Translate

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2025

A story about the house across from the little grove during the Civil War



Going Round in Circles

Art For fan Friday with Gillena 



Chica A phrase with 7 words/ Μια φράση με 7 λέξεις

real story about the house across from the little grove during the Civil War

Grandmother Eftychia, now in her nineties, stood in front of a pile of stones, dust, and fragments of wood. A heavy sigh escaped her lips. Once, here, at this very spot, there had been a house. Not just any house, but the house that had sheltered her dream.

It was during the years of the Civil War. The war had scattered fear everywhere, and her family, forced to abandon their village of Piperia, was searching for refuge in nearby Aridaia. The cart, loaded with their few belongings—a mattress, a blanket, a few kitchen utensils—moved slowly, weighed down by uncertainty.

Their mother (for there was no father) had found an old house, next to the first Primary School. It was in ruins, with a courtyard overgrown with wild grass. Little Eftychia, who at that time was a cheerful child, forgetting for a moment the fear she lived with every night during the war, felt a strange attraction to this house. The entrance smelled of “Kleisoura,” a scent that reminded her of her grandmother’s old wooden chests and the safety of their ancestral home.

As she walked into the courtyard, on the slippery ground she saw two or three abandoned toys and a piece of paper. A broken wooden horse and a rusty spinning top. But among them, what captured her heart was a small clay bird, with a tiny hole in its beak. It looked mute and useless, but it was so beautiful. She picked it up in her hands and felt an indescribable joy. She had found it there, in the abandoned yard, and felt that it belonged to her. Deep inside, she prayed they would stay in that house. It was the house of her dreams, like a child’s celebration.

Just as they began unloading the cart, a voice was heard behind them. It was Mrs. Irini, an old friend of her mother’s.
“Stop, don’t stay here, Domna,” she said anxiously.
“Every night there are battles in this area. The army and the partisans have turned it into a battlefield. It isn’t safe!”

Eftychia’s heart sank. Her mother, troubled, agreed.
“Mama, please, let’s stay here.”
“It isn’t safe, my child. We’ll find another place. Come now.”

They began loading their things back onto the cart, while Eftychia clutched the clay bird in her palm. They were forced to leave it behind, for her mother told her it would not be right to take something from a house that did not belong to them.

Eventually, they ended up in Avramidis’ house, far from the fighting. It was a good house, safe, but she never felt the same warmth there. Her dream—the clay bird and the house with the scent of Kleisoura—was left behind.

Now, Grandmother Eftychia looks at the heap of ruins. The scent is gone, the toys are gone—everything is gone. Only the memories remain, vivid and clear, reminding her of a childhood dream. The clay bird, she left behind, but its image stayed forever in her soul.

A true story, told by Grandmother Eftychia when she saw the house across from the little grove demolished.


Μια ιστορία για το σπίτι απέναντι από το δασάκι στον εμφύλιο

Η γιαγιά Ευτυχία, στα ενενήντα της χρόνια πια, στεκόταν μπροστά σε έναν σωρό από πέτρες, σκόνη και κομμάτια ξύλων. Ένας βαρύς αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της. Κάποτε, εδώ, σε αυτό το σημείο, υπήρχε ένα σπίτι. Όχι ένα οποιοδήποτε σπίτι, αλλά το σπίτι που είχε φιλοξενήσει το όνειρό της.

Ήταν στα χρόνια του Εμφυλίου. Ο πόλεμος είχε σκορπίσει τον φόβο και η οικογένειά της, αναγκασμένη να εγκαταλείψει το χωριό της την Πιπεριά, έψαχνε καταφύγιο στην κοντινή Αριδαία. Το κάρο, γεμάτο με τα λιγοστά τους υπάρχοντα –ένα στρώμα, μια κουβέρτα, μερικά κουζινικά– τραβούσε αργά, βαριά από την αβεβαιότητα.

Η μητέρα τους (γιατί πατέρας δεν υπήρχε) είχε βρει ένα παλιό σπίτι, δίπλα στο Πρώτο ΔημοτικόΣχολείο. Ήταν ερειπωμένο, με την αυλή του γεμάτη αγριόχορτα. Η μικρή Ευτυχία, που τότε ήταν ένα χαρούμενο παιδί, ξεχνώντας το φόβο που ζούσε κάθε βράδυ με τον πόλεμο, ένιωσε μια περίεργη έλξη γι' αυτό το σπίτι. Η είσοδος μύριζε Κλεισούρα, μια μυρωδιά που της θύμιζε τα παλιά, ξύλινα σεντούκια της γιαγιάς της και την ασφάλεια του πατρικού τους.

Καθώς περπατούσε στην αυλή, στο ολισθηρό πάτωμα είδε δυο-τρία παρατημένα παιχνίδια και ένα κομμάτι χαρτί. Ένα σπασμένο ξύλινο αλογάκι και μια σκουριασμένη σβούρα. Μα ανάμεσά τους, έκλεψε την καρδιά της ένα πήλινο πουλάκι, με μια μικρή τρύπα στο ράμφος του. Έμοιαζε βουβό και άχρηστο, αλλά ήταν τόσο όμορφο. Το πήρε στα χέρια της και ένιωσε μια απερίγραπτη χαρά. Το βρήκε εκεί στην παρατημένη αυλή και ένιωθε ότι της ανήκε. Μέσα της, παρακαλούσε να μείνουν σε αυτό το σπίτι. Ήταν το σπίτι των ονείρων της, σαν παιδική γιορτή.

Μόλις άρχισαν να ξεφορτώνουν το κάρο, μια φωνή ακούστηκε πίσω τους. Ήταν η κυρία Ειρήνη, μια παλιά φίλη της μητέρας της.

«Σταματήστε, μην μείνετε εδώ Δόμνα μου», τους είπε με αγωνία.

«Σε αυτήν την περιοχή γίνονται μάχες κάθε βράδυ. Ο στρατός και οι αντάρτες το έχουν κάνει πεδίο μάχης. Δεν είναι ασφαλές!».

Η καρδιά της Ευτυχίας βούλιαξε. Η μητέρα της, προβληματισμένη, συμφώνησε.

«Μαμά ας μείνουμε εδώ σε παρακαλώ»

«Δεν είναι ασφαλές, θα βρούμε άλλο, έλα».

Άρχισαν να φορτώνουν ξανά τα πράγματα στο κάρο, ενώ η Ευτυχία έσφιγγε το πήλινο πουλάκι στην παλάμη της. Αναγκάστηκαν να το αφήσουν πίσω, γιατί η μητέρα της τής είπε ότι δεν θα ήταν σωστό να το πάρουν από ένα σπίτι που δεν τους ανήκε.

Τελικά, κατέληξαν στο σπίτι του Αβραμίδη, μακριά από τις μάχες. Ήταν ένα καλό σπίτι, ασφαλές, αλλά ποτέ δεν ένιωσε εκεί την ίδια ζεστασιά. Το όνειρό της, το πήλινο πουλάκι και το σπίτι με τη μυρωδιά της Κλεισούρας, έμειναν πίσω.

Τώρα, η γιαγιά Ευτυχία κοιτάζει τον σωρό των ερειπίων. Δεν υπάρχει πια η μυρωδιά, δεν υπάρχουν τα παιχνίδια, δεν υπάρχει τίποτα. Μόνο οι αναμνήσεις, ζωντανές και καθαρές, που της θυμίζουν ένα παιδικό όνειρο. Το πήλινο πουλάκι, το άφησε πίσω, αλλά η εικόνα του έμεινε για πάντα στην ψυχή της.

Μια πραγματική ιστορία ειπωμένη από τη γιαγιά Ευτυχία όταν είδε το σπίτι απέναντι από το δασάκι γκρεμισμένο!


 FFF 22/8 with Nicole

©Katerina





Παρασκευή 15 Αυγούστου 2025

Urban Flowers: Elli's Hope/ Αστικά Λουλούδια: Η Ελπίδα της Έλλης


A card for the hot summer, a story about the scorching Athens, a suggestion for writing, and a mosaic that connects them all! Have a great day, my friends!
Μια κάρτα για το καυτό καλοκαίρι, μια ιστορία για την καυτή Αθήνα, μια πρόταση για τη γραφή και ένα Μωσαϊκό που τα συνδέει όλα! Καλή σας  μέρα φίλοι μου!






 Summer Fun

Art For fan Friday with Gillena 



Chica A phrase with 7 words/ Μια φράση με 7 λέξεις

The mind goes very far with writing!

Ο νους πηγαίνει μακριά με τη γραφή!


 FFF with Nicole

Urban Flowers: Elli's Hope

In a neighbourhood of Athens, the Anafiotika, right beneath the Acropolis, where the heatwave made the urban concrete exude warm air, Elli, a dark-haired sixty-year-old with a sensitive heart, lived in a small house with a whitewashed yard and pots of aromatic flowers in white tin cans. On a small makeshift bench, she read the newspaper (she always loved the feel of paper) on the windowsill, where she had small vases with herbs, and the air was filled with the scent of basil, oregano, and mint.

At some point, she lifted her eyes from the newspaper and looked at Athens, a chaos of concrete, with the city's lungs shrinking more and more. Something had to be done; the city couldn't breathe. She decided to take action, to inform her neighbors, to encourage the young people to create gardens even on balconies! She would establish an NGO.

She went to the university and spoke to an old professor friend about her idea, who gave her a platform to communicate her vision to the students. They were excited and filled the city's radios with slogans from their campaign. Their slogan was "More green for a more human city."

They would start from her neighborhood, where there were empty spaces, and fill them with flowers and plants. The vacant squares of the neighborhood became filled with greenery and blooms. Her little yard, full of beautiful cats, became a base for planting greenery and ideas. The small gardens, a spectrum of hope, reminded her that together they could make a difference and that she was not alone in this world! Her home became a hub for discussions and collectives, uniting people with cats and nature in the urban landscape.

Moral: Sensitivity, like summer rain, waters and blooms what others consider to be stone.

Αστικά Λουλούδια: Η Ελπίδα της Έλλης

Σε μια γειτονιά της Αθήνας, τα Αναφιώτικα,  κάτω ακριβώς από την ακρόπολη, όπου ο καύσωνας έκανε τον αστικό τσιμεντένιο  να αποπνέει θερμό αέρα, η Έλλη,  μια μελαχρινή  εξηντάρα με ευαίσθητη καρδιά ζούσε σε ένα μικρό σπιτάκι με ασβεστωμένη αυλή και γλάστρες με αρωματικά λουλούδια σε λευκούς τενεκέδες. Σε ένα μικρό αυτοσχέδιο παγκάκι, στο πεζούλι διάβαζε εφημερίδα (πάντα της άρεσε η αίσθηση του χαρτιού) στο πεζούλι του παραθύρου είχε  μικρά βάζα με αρωματικά και ο αέρας γέμιζε με τη μυρωδιά του βασιλικού της ρίγανης και της μέντας. Κάποια στιγμή σήκωσε τα μάτια της από την εφημερίδα και κοίταξε την Αθήνα ένα χάος από τσιμέντο, οι πνεύμονες της πόλης όλο και μικραίνουν. Κάτι πρέπει να γίνει, η πόλη δεν αναπνέει. Αποφάσισε να κάνει κάτι, να ενημερώσει πρώτα τους γείτονες, να ενθαρρύνει τους νέους για τη δημιουργία κήπων ακόμη και στα μπαλκόνια!! Θα ιδρύσει μια Μ.Κ.Ο. 

Πήγε στο Πανεπιστήμιο, μίλησε σε έναν παλιό φίλο καθηγητή για την ιδέα του, της έδωσε βήμα να επικοινωνήσει την ιδέα του στους φοιτητές, εκείνοι ενθουσιάστηκαν, γέμισαν τα ραδιόφωνα της πόλης με σλόγκαν  με την καμπάνια τους . Το σλόγκαν τους «Περισσότερο πράσινο για μια περισσότερο ανθρώπινη  πόλη».

Θα ξεκινούσαν από τη γειτονιά της, όπου υπήρχε κενό και θα το γέμιζαν λουλούδια και φυτά. Τα κενά τετράγωνα της γειτονιάς γέμισαν με πράσινο και λουλούδια.

 Η μικρή αυλίτσα της, γεμάτη πανέμορφες γάτες έγινε ορμητήριο για το φύτεμα πράσινου και ιδεών. Οι μικροί κήποι, ένα φάσμα ελπίδας,  της θύμιζαν ότι όλοι μαζί μπορούμε και ότι δεν είναι μόνη της σ’ αυτό τον κόσμο!! Το σπίτι της έγινε στέγη για συζητήσεις και συλλογικότητες, ένωνε τους ανθρώπους με τις γάτες και τη φύση στο αστικό τοπίο.

Ηθικό δίδαγμα: Η ευαισθησία, σαν καλοκαιρινή βροχή, ποτίζει και ανθίζει ό,τι οι άλλοι θεωρούν πετρωμένο.

©Katerina 


Παρασκευή 8 Αυγούστου 2025

Cranes of Hope/Οι Γερανοί της Ελπίδας

Art For fan Friday with Gillena 
Chica A phrase with 7 words/ Μια φράση με 7 λέξεις

Οι κύκνοι διασκεδάζουν με παιχνίδια στο νερό.

The Swans are having fun with water games.




The Celebration

In the quiet neighborhood of Oakshade, seventy-two-year-old Eleanor was trying to balance her groceries on the slippery sidewalk, her hands trembling. Today was her granddaughter’s birthday; she had prepared a delicious meal, with the whole family gathered. She had spent days cooking, baking sweets, and folding delicate paper cranes — one for each year of Maggie’s life — hoping to hang them up as a surprise.
— “Mom, I’m so sorry… Maggie’s volleyball tournament ran late, and we’re too tired. We’ll come by next weekend,” said her daughter, her voice full of false promises.
— “I told Mom that tournaments can wait.”
— “Aren’t your parents looking for you?”
— “I told them to find me here. You taught me that family can’t wait.”

But as she climbed the porch steps, the phone rang.

Eleanor sighed, trying to summon whatever optimism she had left, and not let the tears fall. From the window, the unused cranes hung still.

Then, the door knocked. Maggie stood there, cheeks flushed from the cold.

Eleanor’s gaze turned to the stack of origami. One crane fluttered in the breeze, clinging to hope.

Η Γιορτή

Στην ήσυχη συνοικία του Όουκσεϊντ, η 72χρονη Έλενορ προσπαθούσε να ισορροπήσει τα ψώνια της στο ολισθηρό πεζοδρόμιο, με τα χέρια της να τρέμουν. Σήμερα ήταν τα γενέθλια της εγγονής της· είχε ετοιμάσει ένα νόστιμο γεύμα, με όλη την οικογένεια συγκεντρωμένη. Είχε περάσει μέρες μαγειρεύοντας, φτιάχνοντας γλυκά και διπλώνοντας γερανούς οριγκάμι από λεπτό χαρτί — έναν για κάθε χρόνο της ζωής της Μάγκι — ελπίζοντας να τους κρεμάσει ως έκπληξη.

Όμως, καθώς ανέβαινε τα σκαλιά της βεράντας, χτύπησε το τηλέφωνο.
— «Μαμά, λυπάμαι πολύ… το τουρνουά βόλεϊ της Μάγκι άργησε, είμαστε πολύ κουρασμένοι. Θα περάσουμε το επόμενο Σαββατοκύριακο», είπε η κόρη της, με μια φωνή γεμάτη ψεύτικες υποσχέσεις.

Η Έλενορ αναστέναξε, προσπαθώντας να συγκεντρώσει όση αισιοδοξία της απέμενε και να μην αφήσει τα δάκρυα να κυλήσουν. Από το παράθυρο, οι αχρησιμοποίητοι γερανοί έμεναν ακίνητοι.

Τότε, η πόρτα χτύπησε. Η Μάγκι στεκόταν εκεί, κατακόκκινη από το κρύο.
— «Είπα στη μαμά ότι τα τουρνουά μπορούν να περιμένουν.»

-«Μήπως σε ψάχνουν οι γονείς σου;»

-«Τους είπα να με βρουν εδώ. Εσύ μου έμαθες ότι η οικογένεια δεν μπορεί να περιμένει».

Η Έλενορ γύρισε το βλέμμα της προς τη στοίβα με τα οριγκάμι, ένας γερανός φτερούγισε στο αεράκι, γαντζωμένος στην ελπίδα.


 FFF with Nicole
©Katerina









Κυριακή 3 Αυγούστου 2025

Eldergreen: When the Voice of the Forest Finds Its Defender


 FFF with Nicole


Chica A phrase with 7 words/ Μια φράση με 7 λέξεις

The Sun sets  over the calm sea.
Ο ήλιος δύει  πάνω από την ήρεμη θάλασσα.


Art For fan Friday with Gillena 





Eldergreen: When the Voice of the Forest Finds Its Defender

In an age where nature often falls silent beneath the noise of human greed, a young biologist dares to listen to the whispers of the forest. A short yet powerful story about the environment, hope, and the responsibility we all share towards our planet.

In the royal forests of Eldergreen, towering trees formed an ancient woodland, and once, crystal-clear rivers flowed freely. A young biologist named Stuart arrived to investigate rumors of polluted waters. The local authorities, now in power, had warned him: "Stay away—these woods are cursed." When asked if he would heed their advice, he firmly replied no. His data revealed different truths: illegal mining threatened to create an ecological disaster.

One evening, as he wandered through the forest, he detected a suspicious chemical trail. Armed with his research, Stuart urged the villagers to take action. Together, they exposed the illegal mining and the discarded waste, calling upon the council of elders to take measures. Gradually, the rivers cleared, whispering once more the victory of nature over greed.

«Eldergreen: Όταν η φωνή του δάσους βρίσκει τον υπερασπιστή της»

Σε μια εποχή όπου η φύση συχνά σωπαίνει κάτω από τον θόρυβο της ανθρώπινης απληστίας, ένας νεαρός βιολόγος τολμά να ακούσει τους ψιθύρους του δάσους. Μια σύντομη αλλά δυνατή ιστορία για το περιβάλλον, την ελπίδα και την ευθύνη που όλοι έχουμε απέναντι στη γη μας.

Στα βασιλικά δάση του Eldergreen,  τα τεράστια  δέντρα  απάρτιζαν ένα αρχαίο δάσος και  παλαιότερα οι ποταμοί έτρεχαν κρυστάλλινοι, ένας νεαρός  βιολόγος ονόματι  Στιούαρτ έφτασε για να εξετάσει φήμες σχετικά με μολυσμένα νερά. Οι τοπικοί άρχοντες που είχαν πλέον την εξουσία  τον είχαν  προειδοποιήσει: "Μείνε μακριά —αυτά τα δάση είναι καταραμένα." Ρωτώντας τον αν θα ακολουθήσει τη συμβουλή τους απάντησε αρνητικά.  Τα δεδομένα του έδειχναν άλλες αλήθειες: η παράνομη εξόρυξη απειλούσε να  συνθέσει μια οικολογική καταστροφή.

Ένα δειλινό, καθώς περιπλανιόταν στο δάσος εντόπισε ένα ύποπτο  χημικό ίχνος,

Οπλισμένος με την έρευνά του, ο Στιούαρτ παρακίνησε  τους χωρικούς να δράσουν. Μαζί, αποκάλυψαν την παράνομη εξόρυξη αλλά και τα πεταμένα απόβλητα, κάλεσε το συμβούλιο των σοφών να πάρει μέτρα. Οι ποταμοί σταδιακά καθάρισαν, ψιθυρίζοντας ξανά τη νίκη της φύσης απέναντι στην απληστία.

©Katerina





Σάββατο 26 Ιουλίου 2025

The last earthly paradise./ Ο τελευταίος επίγειος παράδεισος.

Try it on Tuesday: Make it magical 


FFF with Nicole

Chica Photo of little birds/ Φωτογραφία από πουλάκια


Art For fan Friday with Gillena 

And the next one is completely digital.
Και η επόμενη εντελώς ψηφιακή.
Connecting all these challenges, a story that has within it Magic, birds, nature... and is connected to the challenge

 

The last earthly paradise

In a forgotten corner of the world, there was a forest that no map had ever included. The villagers whispered stories about it – how the air shimmered and the trees whispered, how strange creatures wandered within. It was the only place where apples glowed faintly at night and the berries softly sang lullabies when looked upon with respect; this forest was a shared secret among the locals.



Eleni, a girl who once lived happily near the forest as a child, returned now as an adult to bury her mother. At the funeral, she felt overwhelmed, for while her mother had often asked her to visit, she had always refused, prioritizing work above all else. Now, on this day, she couldn’t understand why she felt such deep sadness.

As she stood by the grave, memories flooded her mind – the laughter they shared, the stories her mother told about the magical forest, and the strength of their bond. The weight of sorrow pressed heavily on her heart, as she had taken for granted the time they had together, always believing there would be more opportunities to connect in the future, dedicating the present to work.

In that moment of reflection, a gentle breeze rustled the leaves around her, as if the forest itself was calling out to her. The whispers of the trees seemed to echo her mother’s voice, urging her to remember the magic they once shared. Eleni felt a flicker of hope ignite within her, a desire to reconnect not only with her mother’s memory but also with the enchanting world that had once filled her childhood with wonder and her wanderings in the enchanted forest stopped there..

The next morning, relatives and villagers giving her their hands informed her that the secret forest was now visible on Google Maps, and companies were interested in developing it. They asked her to come and to include her in the help team and as a lawyer, help them save at least part of the forest, if not all of it, from reckless exploitation.

Determined, she decided to return to the forest to help save it, to honor her mother’s spirit, and to seek out the magic that still lay hidden in its depths. Perhaps, in doing so, she could find solace and a way to heal the wounds of her heart.

Ο τελευταίος επίγειος παράδεισος

Σε μια ξεχασμένη γωνιά του κόσμου, υπήρχε ένα δάσος που κανένας χάρτης δεν είχε συμπεριλάβει ποτέ. Οι χωρικοί ψιθύριζαν ιστορίες γι' αυτό - πώς ο αέρας λαμπύριζε και τα δέντρα ψιθύριζαν, πώς παράξενα πλάσματα περιπλανιόντουσαν μέσα. Ήταν το μόνο μέρος όπου τα μήλα έλαμπαν αμυδρά τη νύχτα και τα μούρα τραγουδούσαν απαλά νανουρίσματα όταν τα κοίταζαν με σεβασμό, αυτό το δάσος ήταν ένα κοινό μυστικό των ντόπιων.

Η Ελένη, ένα κορίτσι που κάποτε ζούσε ευτυχισμένα κοντά στο δάσος ως παιδί, επέστρεψε τώρα ως ενήλικη για να θάψει τη μητέρα της. Στην κηδεία, ένιωθε καταβεβλημένη, γιατί ενώ η μητέρα της της ζητούσε συχνά να την επισκεφτεί, εκείνη πάντα αρνούνταν, δίνοντας προτεραιότητα στη δουλειά πάνω απ' όλα. Τώρα, αυτή την ημέρα, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ένιωθε τόσο βαθιά θλίψη.

Καθώς στεκόταν δίπλα στον τάφο, αναμνήσεις κατέκλυσαν το μυαλό της - τα γέλια που μοιράστηκαν, οι ιστορίες που έλεγε η μητέρα της για το μαγικό δάσος και η δύναμη του δεσμού τους. Το βάρος της λύπης πίεζε έντονα την καρδιά της, καθώς θεωρούσε δεδομένο τον χρόνο που είχαν να περάσουν  μαζί, πιστεύοντας πάντα ότι θα υπήρχαν περισσότερες ευκαιρίες να συνδεθούν στο μέλλον, αφιέρωνε το παρόν στη δουλειά.

Εκείνη τη στιγμή της περισυλλογής, ένα απαλό αεράκι θρόιζε τα φύλλα γύρω της, σαν να την φώναζε το ίδιο το δάσος. Οι ψίθυροι των δέντρων έμοιαζαν να αντηχούν τη φωνή της μητέρας της, παροτρύνοντας την να θυμηθεί τη μαγεία που κάποτε μοιραζόντουσαν. Η Ελένη ένιωσε μια λάμψη ελπίδας να φλέγεται μέσα της, μια επιθυμία να επανασυνδεθεί όχι μόνο με τη μνήμη της μητέρας της αλλά και με τον μαγευτικό κόσμο που κάποτε είχε γεμίσει με θαυμασμό την παιδική της ηλικία και η περιπλάνησή της στο μαγεμένο δάσος σταμάτησε εκεί.

Το πρωί οι συγγενείς και οι κάτοικοι του χωριού δίνοντάς της τα χέρια τους, την ενημέρωσαν ότι το μυστικό δάσος φαίνεται πλέον στο Google Maps και εταιρίες εκμετάλλευσης ενδιαφέρονται να χτίσουν, να χτίσουν.... Της ζήτησαν να έρθει να τη συμπεριλάβουν στην ομάδα βοήθειας και ως δικηγόρος να τους βοηθήσει να σώσουν έστω ένα μέρος αν όχι όλο το δάσος από την αλόγιστη  εκμετάλλευση. 


 

Αποφάσισε να επιστρέψει στο δάσος  να βοηθήσει στη σωτηρία του,   να τιμήσει το πνεύμα της μητέρας της και να αναζητήσει τη μαγεία που ακόμα κρυβόταν στα βάθη του. Ίσως, κάνοντας αυτό, να μπορούσε να βρει παρηγοριά και έναν τρόπο να γιατρέψει τις πληγές της καρδιάς της.








Δημοφιλείς αναρτήσεις

Ευχαριστούμε για την επίσκεψη ❤️

Ευχαριστούμε για το χρόνο που αφιερώσατε να αφήσετε ένα μήνυμα! Μας αρέσει να διαβάζουμε τα σχόλιά σας. Θα προσπαθούμε πάντα να ανταποδίδουμε την επίσκεψή σας. Όλες οι εικόνες καθώς και οι αφηγήσεις έχουν πνευματικά δικαιώματα που ανήκουν στον δημιουργό και προστατεύονται από διεθνείς και εθνικούς νόμους. Αν αναγνωρίσετε τον εαυτό σας σε κάποια φωτογραφία και δε θέλετε παρακαλούμε ενημερώστε μας να την κατεβάσουμε. Για οτιδήποτε θέλετε να αναπαραγάγετε μπορείτε να επικοινωνήσετε.

Χώρες

Flag Counter