Translate

Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2024

Το περήφανο βατραχάκι

Μύθος του Αισώπου: Το περήφανο βατραχάκι

All rights reserved©Aridaiaplace

Ένας μύθος που τονίζει την αξία της ταπεινοφροσύνης που  φέρνει σοφία και ευτυχία, ενώ η υπερηφάνεια οδηγεί σε άσχημες καταστάσεις.

      (Η εικόνα έχει γίνει με τη χρήση ΑΙ ύστερα από λεπτομερή περιγραφή)

Το περήφανο βατραχάκι

 Σε μια χώρα μακρινή υπήρχε μια όμορφη μικρή λιμνούλα, στην οποία ζούσε μία αγαπημένη  οικογένεια βατράχων. Το πιο ταλαντούχο και όμορφο από τα μέλη ήταν το μικρότερο  βατραχάκι της οικογένειας. Το βατραχάκι αυτό όμως ήταν πολύ περήφανο, πίστευε ότι μπορούσε να κάνει τα πάντα και συνήθιζε να κορδώνεται και να παινεύεται όπου βρισκόταν και όπου στεκόταν σε όλα τα ζώα του δάσους. Όλη μέρα επαινούσε τα προσόντα και τις χάρες του.

«Πηδάω πιο ψηλά από όλους»

«Κράζω πιο δυνατά από όλους»

«Είμαι πιο όμορφος απ’ όλους».

«Είμαι καλύτερος απ’ όλους».

    (Η εικόνα έχει γίνει με τη χρήση ΑΙ ύστερα από λεπτομερή περιγραφή)

Η υπερηφάνεια και η έπαρση του μικρού βατράχου ανησύχησε τη μητέρα του.  Δεν της άρεσε αυτή η έπαρση και φοβόταν για το βατραχάκι της, ήξερε πως αν συνεχίσει  να έχει υπερβολική αυτοπεποίθηση και να παινεύεται τόσο πολύ, κάποια μέρα θα φαινόταν η αλήθεια και θα απογοητευόταν και θα έδειχνε τόσο ανόητος μπροστά στους φίλους και συγγενείς του.
 Έτσι αποφάσισε να πάει  να συμβουλευτεί τον παππού βάτραχο και τη γιαγιά βατραχίνα.
Αφού τους ενημέρωσε για το πρόβλημα, η μαμά βατραχίνα ζήτησε τη βοήθειά τους και τους εξέφρασε τη στενοχώρια της. Ο παππού και η γιαγιά συμπόνεσαν τη μαμά και ανησύχησαν για τον μικρό, έτσι αποφάσισαν  να συμβουλέψουν τον μικρό, για να λογικευτεί.
Φώναξαν λοιπόν το μικρό περήφανο βατραχάκι και του είπαν ότι θα πρέπει να είναι ταπεινός.
 «Υπάρχουν  πολλά ζώα στο δάσος, που είναι πιο όμορφα, πιο έξυπνα, πιο μεγάλα από εσένα, αλλά δεν το υπερηφανεύονται».
 «Αργά ή γρήγορα, θα βρεθούν ζώα που θα σε κοροϊδέψουν γι'  αυτά που λες».  
Δυστυχώς, το βατραχάκι δεν έδωσε σημασία στην πείρα τους και στα σοφά τους λόγια. Από το ένα αυτί μπήκαν τα λόγια από το άλλο βγήκαν, χωρίς να  τον αγγίξουν καθόλου.
Ο καιρός περνούσε και το βατραχάκι ζούσε εκεί στο στενό του περιβάλλον, γύρω από την πανέμορφη  λίμνη. Η λίμνη ήταν γεμάτη νούφαρα και γύρω της υπήρχαν κάθε λογής δέντρα και πουλιά. Πεταλούδες πετούσαν παντού και ο ήλιος έκανε τα πράσινα φύλλα να λαμπυρίζουν και να καθρεφτίζονται μέσα στη λίμνη. Δε γνώρισε όμως τον κόσμο που ήταν πέρα από αυτήν.  Έκανε παρέα με τους φίλους και τα ξαδέρφια του και όλη την ώρα επιδείκνυε τα προσόντα, τα κάλη, τα ταλέντα και τις δεξιότητές του. Δεν είχε μπει μέσα στο δάσος ούτε στην κοιλάδα για να γνωρίσει και άλλα ζώα.
Μια όμορφη μέρα με λιακάδα ήρθε στη λίμνη για να πιεί νερό μια αγελάδα, πρώτη φορά στη μικρή τους ζωή τα βατραχάκια έβλεπαν ένα τέτοιο ζώο.
Η υπερηφάνεια και η έπαρση του μικρού βατράχου ανησύχησε τη μητέρα του.  Δεν της άρεσε αυτή η έπαρση και φοβόταν για το βατραχάκι της, ήξερε πως αν συνεχίσει  να έχει υπερβολική αυτοπεποίθηση και να παινεύεται τόσο πολύ, κάποια μέρα θα φαινόταν η αλήθεια και θα απογοητευόταν και θα έδειχνε τόσο ανόητος μπροστά στους φίλους και συγγενείς του.
 Έτσι αποφάσισε να πάει  να συμβουλευτεί τον παππού βάτραχο και τη γιαγιά βατραχίνα.
Αφού τους ενημέρωσε για το πρόβλημα, η μαμά βατραχίνα ζήτησε τη βοήθειά τους και τους εξέφρασε τη στενοχώρια της. Ο παππού και η γιαγιά συμπόνεσαν τη μαμά και ανησύχησαν για τον μικρό, έτσι αποφάσισαν  να συμβουλέψουν τον μικρό, για να λογικευτεί.
Φώναξαν λοιπόν το μικρό περήφανο βατραχάκι και του είπαν ότι θα πρέπει να είναι ταπεινός.
 «Υπάρχουν  πολλά ζώα στο δάσος, που είναι πιο όμορφα, πιο έξυπνα, πιο μεγάλα από εσένα, αλλά δεν το υπερηφανεύονται».
 «Αργά ή γρήγορα, θα βρεθούν ζώα που θα σε κοροϊδέψουν γι'  αυτά που λες».  
Δυστυχώς, το βατραχάκι δεν έδωσε σημασία στην πείρα τους και στα σοφά τους λόγια. Από το ένα αυτί μπήκαν τα λόγια από το άλλο βγήκαν, χωρίς να  τον αγγίξουν καθόλου.
Ο καιρός περνούσε και το βατραχάκι ζούσε εκεί στο στενό του περιβάλλον, γύρω από την πανέμορφη  λίμνη. Η λίμνη ήταν γεμάτη νούφαρα και γύρω της υπήρχαν κάθε λογής δέντρα και πουλιά. Πεταλούδες πετούσαν παντού και ο ήλιος έκανε τα πράσινα φύλλα να λαμπυρίζουν και να καθρεφτίζονται μέσα στη λίμνη. Δε γνώρισε όμως τον κόσμο που ήταν πέρα από αυτήν.  Έκανε παρέα με τους φίλους και τα ξαδέρφια του και όλη την ώρα επιδείκνυε τα προσόντα, τα κάλη, τα ταλέντα και τις δεξιότητές του. Δεν είχε μπει μέσα στο δάσος ούτε στην κοιλάδα για να γνωρίσει και άλλα ζώα.
Μια όμορφη μέρα με λιακάδα ήρθε στη λίμνη για να πιεί νερό μια αγελάδα, πρώτη φορά στη μικρή τους ζωή τα βατραχάκια έβλεπαν ένα τέτοιο ζώο.

 (Η εικόνα έχει γίνει με τη χρήση ΑΙ ύστερα από λεπτομερή περιγραφή)


«Κοιτάξτε πόσο μεγάλη είναι» έλεγε ο πρώτος του ξάδερφος.

«Κοιτάξτε πόσο δυνατή» έλεγε το γειτονόπουλο.

«Τόσο μεγάλο και δυνατό ζώο δεν έχουμε ξαναδεί» έλεγε ο άλλος του ξάδερφος.

«Εσύ μπορείς να γίνεις τόσο μεγάλος και δυνατός;» τον ρώτησαν τα ξαδέρφια του, αποφασισμένα να τον πειράξουν που τόσον καιρό παίνευε τις χάρες, τις αρετές και τα προσόντα του.

Το βατραχάκι  καθώς πίστευε και διαλαλούσε πως ήταν καλύτερο από όλους σε όλα, για να αποδείξει ότι μπορούσε να γίνει τόσο μεγάλο όσο η αγελάδα φούσκωσε όσο μπορούσε, κρατώντας την αναπνοή του.
«Είσαι πολύ μικρότερο από την αγελάδα» του είπαν γελώντας.
Το βατραχάκι συνέχισε να φουσκώνει και να κρατάει την αναπνοή του, ώσπου πόνεσε το πρόσωπό του. Τα ξαδέρφια του τότε σταμάτησαν να γελούν  και ανήσυχα για εκείνο το παρακαλούσαν να σταματήσει. Το θέαμα αυτό το περίμεναν πολύ καιρό, είχαν κουραστεί πια από τα παινέματά του.
Το βατραχάκι ντροπιάστηκε και ντράπηκε τόσο πολύ, να φυσάει και να ξεφυσάει και σκεφτόταν με δάκρυα στα μάτια αυτά που τους έλεγε πριν… Προσπαθούσε ακόμη να αποδείξει την ανωτερότητά του ώσπου  άρχισε να ζαλίζεται και κατάλαβε ότι η προσπάθεια είναι μάταιη. Το στόμα του πονούσε και ζαλιζόταν πολύ.  Όσο και να κρατούσε την ανάσα του, ποτέ δε θα έφτανε το μέγεθος της αγελάδας. Τότε έφυγε πικραμένο και σε μια άκρη μόνο του έκλαιγε.
Η μητέρα του, που παρακολουθούσε από μακριά, πήγε κοντά του, το παρηγόρησε και του μίλησε για την έπαρση και πόσο κακό κάνει.

Ηθικό δίδαγμα

Η έπαρση δεν έχει καλά αποτελέσματα.
                  Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε τα όριά μας.
                Η οικογένεια είναι εκεί και στηρίζει τα μέλη της.

 


All rights reserved©Aridaiaplace



Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2024

Μύθοι του Αισώπου Η Αλεπού και ο Πελεκάνος

 

Η Αλεπού και ο Πελεκάνος -Μύθος του Αισώπου

Μια φορά και έναν καιρό σε ένα πυκνό και πανέμορφο δάσος, ζούσαν όλων των ειδών τα ζώα και συμβίωναν αρμονικά. Εκεί ζούσε και μια μικρή πονηρή αλεπού με πολύ φουντωτή ουρά και διάθεση για παιχνίδια.

Μια μέρα είδε από μακριά έναν πελεκάνο να σκύβει στο ποτάμι να πιάνει ένα ψάρι και αμέσως να το καταπίνει, χορταίνοντας έτσι γρήγορα την πείνα του.

Η αλεπού θέλοντας να κοροϊδέψει τον πελεκάνο τον προσκαλεί σε γεύμα. Ο πελεκάνος  δέχθηκε γιατί ήθελε να είναι φίλος με όλα τα ζώα του δάσους. Τότε πηγαίνουν στο σπίτι της και εκεί η αλεπού επίσημα του σερβίρει σούπα σε ρηχό πιάτο θέλοντας έτσι να τον κοροϊδέψει για το ράμφος του.

 Ο πελεκάνος πράγματι δεν μπόρεσε να φάει με το ράμφος του, ευχαρίστησε όμως την αλεπού και με ευφυΐα ανταπόδωσε την πρόσκληση για φαγητό.

Όταν η αλεπού πήγε στο σπίτι του πελεκάνου,  εκείνος έβαλε το φαγητό σε γυάλες που το στόμιό τους ήταν στενό πάνω και φυσικά δε χωρούσε η μουσούδα της αλεπούς για να το φάει. 

Τότε η αλεπού αφού δεν μπορούσε να φάει το φαγητό που μύριζε υπέροχα, πήρε το μάθημά της. Κοίταξε ντροπιασμένη τον πελεκάνο και ζήτησε συγνώμη. 

Εκείνος αμέσως έβαλε το φαγητό της σε ρηχό πιάτο, για να μπορέσει να το φάει, την συγχώρησε και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Ηθικό δίδαγμα

Ο μύθος μας διδάσκει ότι η κακία και η κοροϊδία δεν μένουν ατιμώρητες.

Αν συμπεριφερόμαστε άσχημα στους άλλους, αργά ή γρήγορα αυτό θα έχει τον αντίκτυπο στην καθημερινότητά μας.

Η καλοσύνη, η συγχώρηση  και η ευγένεια είναι αρετές που ανταμείβονται.

Το ηθικό δίδαγμα του μύθου είναι διαχρονικό και ισχύει ακόμα και σήμερα.

Συζήτηση που μπορεί να γίνει με τα παιδιά

Πώς νιώθετε για την αλεπού;

Πώς νιώθετε για τον πελαργό;

Πιστεύετε ότι η αλεπού έμαθε το μάθημά της;

Τι μαθήματα μπορούμε να πάρουμε από αυτό το μύθο;

Ποιες ήταν οι συνέπειες της κακίας και της κοροϊδίας;

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2024

Το μικρό αστεράκι της Ελπίδας

 Ένα παραμύθι για το φως μέσα στην αγάπη και τη δύναμη της ενσυναίσθησης.

Το μικρό αστεράκι της Ελπίδας
(Οι εικόνες έχουν γίνει με τη χρήση ΑΙ ύστερα από λεπτομερή περιγραφή)

Ένα παραμύθι για τη δύναμη της αγάπης, της καλοσύνης, της ενσυναίσθησης, της  ανδρείας, της  αυτοθυσίας, για τη σημασία του να κυνηγάς τα όνειρά σου, ακόμα κι αν είναι επικίνδυνα. Τα παιδιά στο παραμύθι συμβολίζουν την αθωότητα και την ελπίδα, η καταιγίδα τις δυσκολίες της ζωής, η πράξη του μικρού αστεριού συμβολίζει τη δύναμη της αγάπης και της συμπόνιας έτσι ώστε να ξεπεραστούν οι δυσκολίες της ζωής. Ακόμη και σε περιόδους δυσκολιών μπορούμε να βρούμε τη δύναμη της αγάπης, να ελπίζουμε και να συνεχίζουμε. Επίσης είναι ένα παραμύθι  για τη σημασία της κατανόησης του κόσμου γύρω μας.

    (Οι εικόνες έχουν γίνει με τη χρήση ΑΙ ύστερα από λεπτομερή περιγραφή)

Μία φορά κι έναν καιρό πολύ ψηλά στον ουρανό ήταν ένα μικρό αστεράκι, όταν είχε καθαρό καιρό τις  νύχτες κοίταζε κάτω στη γη και ζήλευε τα παιδιά που μπορούσαν να παίζουν μεταξύ τους.

     (Οι εικόνες έχουν γίνει με τη χρήση ΑΙ ύστερα από λεπτομερή περιγραφή)
Μια νύχτα που δεν είχε ούτε ένα συννεφάκι ο ουρανός, κοιτάζοντας κάτω καλύτερα τη γη, διέκρινε τη γαλήνια θάλασσα και μαγεύτηκε  από την ομορφιά της.   Παρατηρώντας καλύτερα, είδε στη θάλασσα κάτι μικρά λιλιπούτια  φωτάκια, που πότε πήγαιναν, πότε ερχόντουσαν προς τη στεριά και πότε άναβαν και έσβηναν.
     (Οι εικόνες έχουν γίνει με τη χρήση ΑΙ ύστερα από λεπτομερή περιγραφή)

Το αστεράκι προσπαθούσε να καταλάβει τι μπορεί να ήταν αυτά τα μικρά φώτα που έβλεπε από εκεί ψηλά.

«Μήπως είναι αστέρια σαν και εμένα;»

«Μήπως είναι νησάκια;»

«Σίγουρα δεν είναι άνθρωποι γιατί είναι πολύ μεγάλα».

Τον έτρωγε η αγωνία. Ένα βράδυ κατέβηκε λίγο πιο κάτω και διέκρινε ότι ήταν πλοία. Αντί όμως να ησυχάσει που του λύθηκε η απορία και έμαθε τι ήταν τα φωτάκια, του δημιουργήθηκαν άλλες μεγαλύτερες απορίες που κάθε μέρα γίνονταν όλο και μεγαλύτερες.

 (Οι εικόνες έχουν γίνει με τη χρήση ΑΙ ύστερα από λεπτομερή περιγραφή)

«Γιατί τα πλοία αυτά ταξιδεύουν μόνο νύχτα;»

«Τι κουβαλάνε γιατί πηγαινοέρχονται;’

«Τι αφήνουν εκεί στις έρημες ακρογιαλιές;»

Τις μέρες δεν τα έβλεπε καθόλου.

Τότε πήρε την μεγάλη απόφαση και όσο κι αν προσπαθούσε ο λογικός εαυτός του να πείσει αυτόν που είχε τις παρορμήσεις να μη πάει, δεν τα κατάφερνε.

Έτσι μια νύχτα που η θάλασσα ήταν φουρτουνιασμένη, κατέβηκε σιγά σιγά χαμηλά.

Εκείνη τη νύχτα είχε συννεφιά και προσπαθώντας να δει κατέβαινε όλο και πιο κάτω, η θάλασσα ήταν φουρτουνιασμένη και οι αστραπές έπεφταν εκκωφαντικά  δίπλα του, αλλά εκείνο δεν το τρόμαζε τίποτα. Σε λίγη ώρα θα λυνόταν το μυστήριο και θα μάθαινε τι ήταν τα φωτάκια εκείνα μέσα στη θάλασσα και γιατί νύχτα;

 (Οι εικόνες έχουν γίνει με τη χρήση ΑΙ ύστερα από λεπτομερή περιγραφή)

Τότε άνοιξε διάπλατα τα μάτια του και προσπάθησε να καταλάβει τι συμβαίνει.

 (Οι εικόνες έχουν γίνει με τη χρήση ΑΙ ύστερα από λεπτομερή περιγραφή)

Τα πλοία ήταν γεμάτα με ανθρώπους που φώναζαν και προσπαθούσαν να επιβιώσουν μέσα στην καταιγίδα.

"Βοήθεια" φώναζε ο καθένας μόνος του.

Κάποιοι ήταν έτοιμοι να πέσουν από το πλοίο. Η θάλασσα ήταν φουρτουνιασμένη και τα κύματα ήταν τόσο μεγάλα που ύψωναν τα πλοία στον αέρα και τα ρίχνανε κάτω με δύναμη. Τότε φοβήθηκε γι’ αυτούς και προσπάθησε να κατεβεί ακόμη περισσότερο για να τους φωτίσει και να τους δώσει δύναμη.

 (Οι εικόνες έχουν γίνει με τη χρήση ΑΙ ύστερα από λεπτομερή περιγραφή)

Το αστεράκι ήταν τρομαγμένο, αλλά βλέποντας πόσο κινδύνευαν τα παιδιά που ήταν στα πλοία αψήφησε τον εαυτό του και προσπάθησε να κάνει ότι μπορούσε για να σωθούν οι άνθρωποι, δεν μπορούσε να κάνει πως δεν είδε και να φύγει. 

Έτσι έμεινε εκεί και φώτιζε με δέος τους ανθρώπους που όταν φωτίστηκαν από το φως του πήραν δύναμη, έπιασαν τα χέρια, άρχισαν να τραγουδούν και τότε όλοι μαζί  πάλευαν να επιβιώσουν.

 (Οι εικόνες έχουν γίνει με τη χρήση ΑΙ ύστερα από λεπτομερή περιγραφή)

Μετά από ώρες η καταιγίδα άρχισε να κοπάζει και τα κύματα να φεύγουν. Τα πλοία είχαν υποστεί σοβαρές ζημιές, αλλά οι άνθρωποι ήταν ασφαλείς. Το πρωί τα παιδιά έπαιζαν χαρούμενα και αμέριμνα στην ακρογιαλιά.

Το αστεράκι ήταν ανακουφισμένο που οι άνθρωποι ήταν καλά, αλλά και λυπημένο που είχε δει τόσο πόνο και καταστροφή.

Την επόμενη μέρα, το αστεράκι γύρισε στον ουρανό. Ήταν διαφορετικό από πριν. Είχε μάθει τι σήμαινε πόνος, πόλεμος, καταστροφή, κίνδυνος και η περιπέτειά του του έδωσε το μεγαλύτερο μάθημα. Είχε μάθει ότι η ομορφιά της ζωής μπορεί να βρεθεί ακόμα και στα πιο σκοτεινά μέρη.

(Οι εικόνες έχουν γίνει με τη χρήση ΑΙ ύστερα από λεπτομερή περιγραφή)
Αυτή η ιστορία είναι μια ιστορία για τη δύναμη της φυσικής περιέργειας και της περιπέτειας. Το μικρό αστεράκι ήταν περίεργο για τον κόσμο γύρω του και αποφάσισε να ανακαλύψει τι συμβαίνει με τα φωτάκια στη θάλασσα. Η περιπέτειά του είναι γεμάτη κινδύνους, αλλά τελικά μαθαίνει το σημαντικότερο μάθημα τη δύναμη της αγάπης και της αλληλεγγύης. 

 

Μη επαγγελματική χρήση. 
Μόνο για σκοπούς ενημέρωσης και με αναφορά του δημιουργού.
https://creativecommons.org/licenses/by/4.0/ 




Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2024

Ερμής. O σκαντζόχοιρος που ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο! Ένα παραμύθι για τη σημασία της υπακοής στους κανόνες και την αξία της οικογένειας!

  Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη, Δώσ' της κλώτσο να γυρίσει παραμύθι να αρχίσει....      

(Οι εικόνες έχουν γίνει με τη βοήθεια της ΑΙ και με λεπτομερή περιγραφή)

Όλα άρχισαν κάτω από τις ρίζες της μεγαλύτερης βελανιδιάς  του δάσους, στην κοίτη ενός ήρεμου ποταμού, εκεί που ζούσε η σκατζοχοιροοικογένεια του μικρού Ερμή.
 Ο Ερμής είχε τρία αδέρφια, τη μητέρα, τον πατέρας, τη γιαγιά και τον παππού. 
Ο Ερμής , καθόταν ήσυχα στη γωνίτσα του και ονειροπολούσε, όμως  πολλές φορές γκρινιάζοντας και χωρίς να συμμετέχει στη ρουτίνα και τις δουλειές της οικογένειας. 


 Όλη μέρα κάτω από το  χώμα μέσα στο μικρό σπιτάκι τους, περνούσαν όμορφα όλα μαζί, αλλά ανυπομονούσαν να φτάσει  η ώρα να βγουν, ήταν για όλους μια εξερεύνηση του κόσμου που υπάρχει έξω από τις ρίζες.

 
Όλοι εκτός από τον Ερμή, εκείνος τα βαριόταν αυτά, του άρεσε περισσότερο να ονειροπολεί. Ονειρευόταν πως είναι βασιλιάς, πως τον προσκυνούν, πως έχει υπηκόους, πως έρχονται γελωτοποιοί στο βασίλειό του για να τον διασκεδάσουν... 
Ονειρευόταν πως  είχε μεγαλύτερο σπίτι, πολλά υλικά αγαθά και  πως η ζωή του ήταν πλούσια και εύκολη. Τα αδέρφια του τον τραβούσαν από το ποδαράκι να παίξει μαζί τους αλλά εκείνος συνέχιζε να ονειρεύεται και η πραγματικότητα να του φαίνεται ανιαρή, θεωρούσε δεδομένο  το παρόν και δεν του άρεσε.  

Το σούρουπο που  ο ήλιος έπεφτε πίσω από τα δυο τεράστια βουνά, ανυπομονούσαν όλοι στην σκατζοχοοικογένεια,  να βγουν στην επιφάνεια, να πάνε να μαζέψουν τροφή και να ζήσουν άλλη μια περιπέτεια.



Ο πατέρας τους έλεγε να πηγαίνουν πίσω του και ποτέ να μη βγουν από το μεγάλο φράκτη. Πίσω από αυτόν  το φράκτη υπάρχουν όλα τα κακά του κόσμου. 

Πόλεμοι, σκοτωμοί, ψέμα,  κακία, …

Όλα τα σκαντζοχοιράκια ήταν  ήρεμα και υπάκουα, μεγάλωναν χωρίς να προβληματίζουν τους γονείς, εκτός από τον Ερμής που δεν ήταν ποτέ ευχαριστημένος και συνεχώς απέφευγε τις υποχρεώσεις του και ήταν ξαπλωμένος στη γωνίτσα του.

Στιγμή δε σκέφτηκε τη συμβουλή του πατέρα του, ότι δεν πρέπει να βγει από το φράκτη γιατί είναι όλα τα κακά του κόσμου.

Αφού περπάτησε αρκετά, έφτασε σ ένα σημείο του φράκτη που είχε μια τρύπα.

Τότε, τον πλησίασε ένας γέροντας και του είπε:

«Πού πας σκατζοχοιράκι; Από εδώ και πέρα είναι επικίνδυνη ζώνη για σένα».

«Θέλω να πάω να δω».

«Νομίζω πως θα το μετανιώσεις».

 «Ας δω τον κόσμο και ας το μετανιώσω».

«Σκέψου το καλά μπορεί και να μη γυρίσεις ποτέ πίσω».

«Θα πάω».

«Αν γυρίσεις μπορεί να μην είσαι ο ίδιος, θα το μετανιώσεις».

«θα πάω»

Έχωσε τη μουσούδα του μέσα στην τρύπα του φράκτη και μεμιάς εξαφανίστηκε. 

Βγήκε από την άλλη μεριά περπάτησε λίγο, ο τόπος του φάνηκε σκοτεινός. 

Κοίταξε καλά την τρύπα, να μπορεί να ξαναγυρίσει. 

Αυτή η σκοτεινιά του προκαλούσε φόβο, αλλά συνέχιζε να περπατάει.

Από μακριά είδε στρατιές ανθρώπων να πολεμούν μεταξύ τους, όσο κόντευε άκουγε τις κραυγές του πολέμου, έβλεπε τα αίματα και τη βία.

 Τρόμος τον έπιασε και πήγε από την άλλη πλευρά, να αποφύγει τον πόλεμο, τότε είδε πολλά σκουπίδια στο δρόμο.

 Ήταν πολύ άσχημη η εικόνα με τα σκουπίδια, η καρδιά του βάρυνε, θυμήθηκε το δάσος που είναι το σπίτι του, μπορεί να μην έχουν πολλά υλικά αγαθά, έχουν όμως καθαριότητα και ειρήνη.

Προσπαθώντας να αποφύγει όλα αυτά, ο Ερμής άρχισε να τρέχει τότε είδε έναν άνθρωπο ξαπλωμένο κάτω.

«Τι έχεις;»

«Είμαι άρρωστος, φύγε μακριά»

«Μα χρειάζεσαι κάτι;»

«Όχι, φύγε μη κολλήσεις».

Ο Ερμής του έδωσε το νερό που είχε για το δρόμο και έφυγε συγκλονισμένος.  

Από το σκοτάδι, είδε δυο ανθρώπους να τον πλησιάζουν, ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα.

«Έλα μαζί μας σκαντζοχοιράκι, θα πάμε στο σπίτι μας να σου κάνουμε το τραπέζι».

«Μα εσείς  με τον πόλεμο δεν έχετε τροφή, πως θα μου κάνετε το γεύμα;»

«Έλα και θα δεις».

Ο Ερμής κατάλαβε τον κίνδυνο και έγινε μια μπάλα από αγκάθια.

«Όχι»

« Άφησέ τον, είναι πολύ μικρός, θα βρούμε κάτι άλλο να φάμε».

Είδε το πονηρό ζευγάρι να φεύγει και άρχισε να χαλαρώνει.

 Παραλίγο να χάσει και τη ζωή του, η καρδούλα του χτυπούσε δυνατά.

Δεν ήθελε να δει άλλα από αυτή την πλευρά του κόσμου, ήθελε να γυρίσει σπίτι, στην αγάπη, τη σιγουριά και την ασφάλεια.

Κοίταξε γύρω του, δεν μπορούσε να καταλάβει από πού πρέπει να πάει, είχε νυχτώσει. 
Γύρισε προς τα πίσω «πρέπει να είναι από εδώ» σκέφτηκε, αφού περπάτησε αρκετά μέτρα, είδε από μακριά ένα φίδι στο δρόμο του.
Τα ποδαράκια του έτρεμαν από φόβο, ωστόσο αποφάσισε να το αντιμετωπίσει με εξυπνάδα. 
Πήρε ένα από τα καρύδια που κρατούσε και το πέταξε στην αντίθετη κατεύθυνση, το ίδιο έκανε και με τα μύρτιλα.  
Το φίδι, αφού τα μύρισε πήγε προς τα εκεί αφήνοντας ελεύθερο το δρόμο του Ερμή. 
Μη κοιτάζοντας πλέον πίσω, πήρε το δρόμο της επιστροφής, προσπαθούσε απεγνωσμένα να δει το μεγάλο πέτρινο τείχος που χώριζε τους δυο κόσμους. 
Η ώρα όμως περνούσε και τείχος δε φαινόταν πουθενά. 
Δάκρυα έτρεχαν από τα ματάκια του και αναπολούσε τις όμορφες στιγμές με την οικογένειά του. 
Είχε πια απελπιστεί όταν είδε επιτέλους το τείχος, πλησίασε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και πέρασε από την τρύπα.

Εκεί τον περίμεναν οι γονείς του.

«Δε θα το ξανακάνω, το ορκίζομαι».

«Μας τρόμαξες».

«Θα κάνω όλες τις δουλειές μου από εδώ και πέρα».

«Φοβηθήκαμε πως δε θα σε ξαναδούμε» είπε η μαμά σκατζοχοιρίνα.

«Συγνώμη μαμά, συγνώμη μπαμπά, σας αγαπώ πολύ».

«Δε θα βγεις από το σπίτι μια εβδομάδα».

«Εντάξει μπαμπά, από τώρα και πέρα δε θα παραβαίνω τους κανόνες».

Πήγαν στο σπίτι και τους υποδέχτηκε η υπόλοιπη οικογένεια και έγινε μεγάλο γλέντι για την επιστροφή του Ερμή και εκείνος ήταν πολύ χαρούμενος που η οικογένειά του τον δέχθηκε και τον συγχώρησε, έτσι ετοίμασε μόνος του ένα γεύμα γι' αυτούς! Μετά από αυτή την περιπ έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

 


                    All rights reserved©Katerina 


 

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2023

Χριστουγεννιάτικη Χιονοθύελλα


Χριστουγεννιάτικη Χιονοθύελλα 

     (Η εικόνα είναι φτιαγμένη με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης ύστερα από περιγραφή)
Τα πολύ παλιά χρόνια, σε μια  χώρα μακρινή με πολύ ήλιο τα καλοκαίρια και απίστευτο κρύο τους  χειμώνες,  ζούσε ένα μικρό κορίτσι η Ελπίδα.  Η Ελπίδα, είχε ζεστή καρδιά γεμάτη αγάπη για όλη την πλάση. Εκτός από τους γονείς της, το κοριτσάκι αυτό είχε και δυο μικρότερα αδερφάκια που λάτρευε, τον  Μάριο  και την Έλενα. 
Έμενε στο τελευταίο ξύλινο σπιτάκι του χωριού, στους πρόποδες του όρους  Καϊμακτσαλάν, κοντά στο δάσος με τα πελώρια έλατα. Η οικογένειά της  ήταν πολύ φτωχή και πολλές φορές,  για να έχουν τα απαραίτητα οι γονείς δούλευαν πάρα πολύ.  Όποτε πήγαιναν  στο κτήμα και στα ζώα εκείνη έμενε στο σπίτι και πρόσεχε τα αδερφάκια της. 
Εκείνα την ακολουθούσαν και φώναζαν το όνομά της:
(Η εικόνα είναι φτιαγμένη με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης ύστερα από περιγραφή)
«Ελπίδα έλα να παίξουμε, Ελπίδα πεινάμε…»  

  Οι γονείς είχαν πολύ δουλειά την εποχή των Χριστουγέννων και έτσι η Ελπίδα,  μόλις έκλειναν τα σχολεία,  αναλάμβανε τη φροντίδα του Μάριου και της  Έλενας. Αυτές τις μέρες, περισσότερο από ποτέ, προσπαθούσε να κάνει το σπίτι  να φαίνεται γιορτινό, ήθελε τα αδερφάκια της να είναι χαρούμενα. 

Τους τραγουδούσε  χριστουγεννιάτικα τραγούδια, έγραφε γράμματα στον Αϊ Βασίλη, στόλιζε δέντρο, έφτιαχνε κάρτες και κάθε λογής στολίδια. 

(Η εικόνα είναι φτιαγμένη με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης ύστερα από περιγραφή)

  Η Ελπίδα φρόντιζε τα αδερφάκια της σαν να ήταν μεγάλη, αφού έφτιαχνε φαγητό και τα τάιζε  έστρωνε στο πάτωμα ένα υφαντό χαλάκι και εκεί έπαιζαν όλων των ειδών τα παιχνίδια. Αισθανόταν πολύ υπεύθυνη για αυτά,  φοβόταν μην πάθουν τίποτα και γι’ αυτό δεν έφευγε ποτέ από κοντά τους. 

 Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν, και η Ελπίδα ήθελε πολύ να έχει ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αλλά η οικογένειά της δεν είχε τα χρήματα να αγοράσει ένα δέντρο, αλλά ούτε και χρόνο για να φέρει ένα από το δάσος.

       (Η εικόνα είναι φτιαγμένη με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης ύστερα από περιγραφή)

   Μια μέρα καθώς έπαιζαν τα αδερφάκια στο πάτωμα ένα αεράκι σαν ψίθυρος ακούστηκε από έξω, η Ελπίδα κοίταξε από το παράθυρο το συννεφιασμένο τοπίο  και είδε ένα πανέμορφο μικρό ελαφάκι να το φωτίζει μια ακτίνα φωτός, χωρίς να το πολυσκεφτεί, έβαλε τα παλτουδάκια στα παιδιά και βγήκαν έξω να δουν τι συμβαίνει με το ελαφάκι.

Εκείνο μόλις τους είδε πλησίασε, φαινόταν πεινασμένο και χαμένο, του έφεραν να φάει και νερό να πιεί, εκείνο αφού έφαγε και ήπιε νερό, άρχισε να τρέχει προς το δάσος. Η Ελπίδα το κοίταζε σαν μαγεμένη, έτρεξε πίσω του, χωρίς να λογαριάσει  τα μικρά αδερφάκια της.

  «Μπείτε μέσα στο σπίτι τους φώναξε».

«Θέλουμε να έρθουμε μαζί» είπε η Έλενα.

«Μπείτε μέσα και κλειδώστε την πόρτα, σε λίγο θα έρθω».

  Η Έλενα υπάκουσε την αδερφή της, έβαλε μέσα τον μικρό και έκλεισε την πόρτα. 

Η Ελπίδα συνέχισε να ακολουθεί με ενθουσιασμό το ελαφάκι, ώσπου κοίταξε πίσω και το σπίτι τους φαινόταν σαν μια καρφίτσα και δεν ανησύχησε καθόλου. Σκέφτηκε ότι σε λίγο θα γυρίσει πίσω αλλά ήθελε να δει από κοντά το ελάφι και να το βοηθήσει αν δε βρει το κοπάδι του. Το ελαφάκι  σταμάτησε  μπροστά σε ένα ποτάμι που μόλις φαινόταν από την πλούσια βλάστηση και γύρω νιφάδες χιονιού έπεφταν, αρχικά αραιά αλλά όλο και πύκνωναν.  

Ξαφνικά από τις διπλανές πλαγιές έφτασαν στο ποτάμι δεκάδες ελάφια και δημιούργησαν μια ανεπανάληπτη εικόνα βγαλμένη από τα ομορφότερά της όνειρα. Τότε το δικό της ελάφι ενώθηκε με το κοπάδι και χάθηκε στο πλήθος. 

Μυριάδες μικρά πουλάκια στέκονται στα χαμηλά κλαδιά ενός δέντρου πεινασμένα. Βγάζει από τη τσέπη της ένα ξερό κομμάτι ψωμί, το κοιτάζει καλά καλά μια και πεινούσε και αυτή,  δαγκώνει μια μπουκιά και το υπόλοιπο το τρίβει για να φάνε τα πουλάκια.


Τότε, αφού κοίταξε δεξιά και αριστερά, είδε ότι άρχισε να σκοτεινιάζει, το χιόνι έπεφτε πυκνό και δε  μπορούσε πια να βρει το δρόμο της επιστροφής.
 Από το δάσος σαν βοή ακούγονταν τα μυστικά αρχαίων παραμυθιών, ένοιωσε τα πόδια της να τρέμουν και τα δάκρια  έκαναν ρυάκι  στα μάγουλά της.

 «Βοήθησέ με, σε παρακαλώ..» είπε απελπισμένη στο ελαφάκι.

  Το ελάφι όμως είχε χαθεί πια, ήταν χαρούμενο, είχε βρει την οικογένειά του.

     (Η εικόνα είναι φτιαγμένη με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης ύστερα από περιγραφή)   

 Όταν αισθάνθηκε τελείως μόνη,  τρόμαξε ακόμη περισσότερο και άρχισε να φωνάζει

 «Βοήθεια, βοήθεια..»

 ώσπου η φωνή της σταμάτησε να ακούγεται.  

Εν τω μεταξύ, στο ζεστό ξύλινο σπιτάκι,  οι γονείς γύρισαν και άκουσαν έντρομοι,  ότι το μικρό κορίτσι ακολούθησε το ελάφι στο δάσος. Αφού ειδοποίησαν τους συγχωριανούς,  ξεκίνησαν για το βουνό, έτσι ώστε  να βρουν και να σώσουν το μικρό άμυαλο παιδί. 

Τώρα τα δάκρια πάγωναν στα μάγουλά της, έκανε έναν κύκλο γύρω από τον εαυτό της, σκέφτηκε τους γονείς και τα αδερφάκια της. Πόσο μετανοιωμένη ήταν για την απερισκεψία της!

 Το κρύο έφτανε μέχρι το κόκαλο, προσπαθούσε να καταλάβει από πού ήρθε, αλλά μάταιος κόπος, οι χιονονιφάδες ήταν τόσο πυκνές που είχαν καλύψει τα πάντα. 

 Σκέφτηκε πως είναι παραμονή Χριστουγέννων και παρακάλεσε να γίνει ένα θαύμα και να βρεθεί πάλι στο σπίτι με την οικογένειά της.

 Είχε κουραστεί  να τριγυρίζει, είχε χάσει και τις ελπίδες της, αλλά μια φωνή μέσα της της έλεγε να συνεχίσει και θα τα καταφέρει. Τότε ήταν που είδε κάτι σαν ανθρώπινη σκιά να έρχεται κατά πάνω της, από το φόβο και την ταλαιπωρία έχασε τις αισθήσεις της και έπεσε στο μαλακό χιόνι. 

 Όταν ξύπνησε ήταν στο σπίτι της, ξαπλωμένη κοντά στο τζάκι, στο τραπέζι τους ο άνθρωπος που ζούσε μόνος στο βουνό και κατέβαινε σπάνια στο χωριό. Εκείνος, που το χωριό είχε απορρίψει, την έσωσε και με το έλκηθρο και τα σκυλιά του την έφερε στην οικογένεια. Είχε πέσει σχεδόν έξω από την καλύβα που ζούσε ο άνθρωπος αυτός που όλο το χωριό τον έλεγε τρελό και απόκοσμο.

«Από τώρα και πέρα θα είσαι συγγενής μας» του είπε ο πατέρας.

Έτσι ο μοναχικός ηλικιωμένος απέκτησε οικογένεια, οι άνθρωποι του χωριού κατάλαβαν ότι σε μια κοινωνία όλα τα μέλη είναι χρήσιμα, η Ελπίδα έμαθε από το λάθος της, η οικογένεια πέρασε τα πιο όμορφα Χριστούγεννα και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!

Μη επαγγελματική χρήση. 
Μόνο για σκοπούς ενημέρωσης και με αναφορά του δημιουργού.
https://creativecommons.org/licenses/by/4.0/ 








Δημοφιλείς αναρτήσεις

Ευχαριστούμε για την επίσκεψη ❤️

Ευχαριστούμε για το χρόνο που αφιερώσατε να αφήσετε ένα μήνυμα! Μας αρέσει να διαβάζουμε τα σχόλιά σας. Θα προσπαθούμε πάντα να ανταποδίδουμε την επίσκεψή σας. Όλες οι εικόνες καθώς και οι αφηγήσεις έχουν πνευματικά δικαιώματα που ανήκουν στον δημιουργό και προστατεύονται από διεθνείς και εθνικούς νόμους. Αν αναγνωρίσετε τον εαυτό σας σε κάποια φωτογραφία και δε θέλετε παρακαλούμε ενημερώστε μας να την κατεβάσουμε. Για οτιδήποτε θέλετε να αναπαραγάγετε μπορείτε να επικοινωνήσετε.

Χώρες

Flag Counter